Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

Ο ρόλος της ψυχοθεραπείας στην σκλήρυνση κατά πλάκας (ΣΚΠ)

(γράφει ο νευρολόγος Γ. Καπαρός, gkmpa@hotmail.com)

Η δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος παίζει καθοριστικό ρόλο στην ΣΚΠ. Η δυσλειτουργία αυτή οφείλεται σε γεννητικούς και σε επίκτητους παράγοντες.
Ο γεννητικός παράγοντας οφείλεται σε πρόβλημα του DNA (γεννητικού υλικού) και προς το παρόν δεν υπάρχει τρόπος επιδιόρθωσής του (στο μέλλον γίνεται λόγος για γονιδιακή θεραπεία).
Οι επίκτητοι παράγοντες είναι:
1) περιβαλλοντολογικοί
Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος παράγοντας στο περιβάλλον ο οποίος προκαλεί την ανώμαλη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος. Κατά πολλούς πρόκειται για κάποιον ιό.
2) η ψυχολογική διάθεση
Το ανοσοποιητικό σύστημα δυσλειτουργεί κυρίως όταν η ψυχολογική μας διάθεση είναι επιβαρημένη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η πρώτη εκδήλωση της νόσου είναι μετά από μια ‘μεγάλη στενοχώρια’ ή μετά από μια περίοδο μεγάλου ψυχοσωματικού stress.
Επίσης, οι υποτροπές (ώσεις) της νόσου ή η επιδείνωσή της, συμβαίνουν σε δύσκολες ψυχολογικά περιόδους.
Αντίθετα, η βελτίωση της ψυχολογικής διάθεσης επιφέρει την βελτίωση των συμπτωμάτων και της πορείας της νόσου. Για τον λόγο αυτό η επιτυχία πολλών θεραπειών εξαρτάται κατά πολύ από το λεγόμενο ‘φαινόμενο placebo’ δηλ. Το θεραπευτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από το φάρμακο, αλλά από την βελτίωση της ψυχολογικής διάθεσης του ασθενούς!
Με απλά λόγια, αν ο ασθενής πιστέψει πως το φάρμακο θα τον κάνει καλά τότε βελτιώνεται ακόμη και αν αυτό που παίρνει δεν έχει κανένα φαρμακευτικό αποτέλεσμα! Ακόμη και σε περιπτώσεις εγκεκριμένων θεραπευτικών αγωγών το αποτέλεσμα είναι πολύ καλύτερο αν βελτιωθεί και η ψυχολογική διάθεση του ασθενούς. Δηλ. Αν ο γιατρός πείσει τον ασθενή πως θα τον κάνει καλά θα έχει πολύ καλύτερο αποτέλεσμα (προσωρινά!) από τον γιατρό που εκφράζεται με το ‘ίσως’ και ‘θα δούμε’. Ακόμη, πολύ συχνά ο γιατρός που ζητά 1000 ευρώ αμοιβή έχει καλύτερα αποτελέσματα από τον γιατρό που ζητά 50 αμοιβή, λόγω της εμπιστοσύνης που εμπνέει ο πρώτος! Βέβαια η βελτίωση για την οποία μιλάμε δεν είναι μόνιμη αλλά προσωρινή, εφ’ όσον ο γεννητικός παράγοντας παραμένει και θα παραμένει για ολόκληρη την ζωή του ασθενούς.
Συνεπώς τίθενται ερωτήματα ηθικής τάξης για την αντιμετώπιση του ασθενούς με ΣΚΠ: o γιατρός οφείλει να πει ότι πρόκειται για ένα σοβαρό και ανίατο πρόβλημα με συνέπεια την επιβάρυνση της ψυχολογικής κατάστασης του ασθενούς, ή να του ‘πουλάει παραμύθια’ ώστε ο ασθενής να βελτιωθεί ψυχολογικά και συνεπώς σωματικά;
Η απάντηση βρίσκεται κάπου στη μέση: η αντιμετώπιση θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε ο ασθενής να μην επιβαρυνθεί ψυχολογικά αλλά ούτε να ‘παραμυθιάζεται’ ή να γίνεται αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης. Θα πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά η περίπτωσή του και να του προταθεί η καταλληλότερη θεραπευτική αντιμετώπιση.
Για να γίνει αυτό είναι απαραίτητη η συμβολή έμπειρου ψυχολόγου ο οποίος θα αναλάβει την παρακολούθηση του ασθενούς ώστε να προλαμβάνονται καταστάσεις που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν ιδιαίτερα την ψυχολογική του διάθεση. Επίσης, θα τον υποστηρίζει σε θέματα θεραπευτικής αγωγής ώστε αυτή καθ’ αυτή η θεραπεία να μην τον επιβαρύνει ψυχολογικά. Φυσικά θα πρέπει να του μάθει να ζει με το πρόβλημά του χωρίς αυτό να τον επηρεάζει περισσότερο από όσο θα έπρεπε.
Από την προσωπική μου εμπειρία οι ασθενείς με ΣΚΠ που δέχονται να παρακολουθούνται από ψυχολόγο, έχουν πολύ καλύτερη κλινική πορεία από εκείνους που το απορρίπτουν. Υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις ασθενών με καλοήθη πορεία, δηλ. η συμπτωματολογία και η αναπηρία που προκαλείται από την ΣΚΠ είναι ασήμαντη μετά από αρκετά χρόνια παρακολούθησης. Φυσικά δεν είναι όλοι οι ασθενείς ίδιοι και οποιοδήποτε συμπέρασμα δεν θα πρέπει να γενικεύεται, αλλά δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για ψυχοσωματικό νόσημα στο οποίο η ψυχολογική διάθεση παίζει πρωτεύοντα ρόλο.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2007

Η προληπτική ψυχολογία

Η ψυχολογία σήμερα.

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από πολύ γρήγορους ρυθμούς στην ζωή των ανθρώπων και στις επιστημονικές εξελίξεις.
Όλο και συχνότερα καλούμαστε να ανταποκριθούμε στις αυξανόμενες απαιτήσεις της καθημερινότητας και έτσι ο χρόνος που διαθέτουμε για τον εαυτό μας λιγοστεύει συνεχώς περισσότερο.
Αν από την μία οι επιστημονικές εξελίξεις κάνουν την ζωή μας πιο εύκολη και ασφαλή, από την άλλη δεχόμαστε συνεχώς αυξανόμενες πιέσεις στον οικογενειακό και στον επαγγελματικό τομέα, ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο διασκεδάζουμε.
Στις μεγάλες πόλεις, που αυξάνουν τον πληθυσμό τους όλο και περισσότερο, ακόμη και μία απλή μετακίνηση μπορεί να μας προκαλέσει κούραση και ένα απλό παρκάρισμα να μετατραπεί σε Οδύσσεια.
Παρόλο που ο άνθρωπος έχει μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν είμαστε μόνο σάρκα και οστά, αλλά έχουμε και μία ψυχή η οποία δεν αδρανεί και δεν κοιμάται μέσα μας. Αυτή η ψυχή βιώνει την καθημερινότητά μας χωρίς να μπορούμε συνειδητά να αντιληφθούμε την βαρύτητα των καθημερινών πιέσεων και σε πιο βαθμό την κουράζουν.
Ανήκουμε σε μία κουλτούρα η οποία δεν παγίωσε στο παρελθόν την απαιτούμενη σημασία στην έννοια τής ψυχικής υγείας, με αποτέλεσμα σήμερα να είμαστε ακόμη στα πρώτα βήματα όσον αφορά την μέριμνα μας για αυτήν την ψυχική υγεία. Ως «ψυχική υγεία» εννοούμε την φροντίδα αυτής της ιδιαίτερης διαστασής μας.

Μα τι είναι ψυχή;

Η ψυχή αντιστοιχεί σε όλες εκείνες της συναισθηματικές λειτουργίες του εγκεφάλου μας οι οποίες δεν καταγράφονται συνειδητά.
Η ψυχή βιώνει, επεξεργάζεται, αποθηκεύει και μόνο όταν υπάρχει κορεσμός αρχίζει και «παραπονιέται».
Να μην έχουμε την εντύπωση ότι αυτή η διάσταση (ψυχή) μπορεί να αντέξει τα πάντα, έχει και αυτή τα οριά τής και κάποια στιγμή μπορεί και να νοσήσει.

Η ανάγκη της προληπτικής ψυχολογίας

Στις μέρες μας παρατηρούμε μία αύξηση των συμπτωμάτων εκείνων που υποδηλώνουν μια υπερφόρτιση του ψυχικού μας κόσμου και συνεχώς συχνότερα καλούμαστε να επισκεφτούμε κάποιον ψυχολόγο. Αυτές τις επισκέψεις συχνά τις βλέπουμε σαν την τελευταία ευκαιρία στην απελπισία μας, πιστεύουμε ότι ο ψυχολόγος χρειάζεται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, αλλά αυτή είναι μία λάθος αντίληψη. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι ο ψυχικός μας κόσμος χρήζει προληπτικής περίθαλψης ακριβώς όπως και το σώμα μας και η πρόληψη είναι μία έννοια που θα πρέπει να ισχύει και για την ψυχική μας υγεία.
Αν επισκεφτούμε έναν ψυχολόγο για να ξεκινήσουμε ένα πρόγραμμα αυτογνωσίας, ερχόμαστε σε επαφή σιγά σιγά με το κομμάτι εκείνο του εαυτού μας που δυσκολευόμαστε να αντιληφτούμε και να κατανοήσουμε. Το πρόγραμμα αυτό αυτογνωσίας, θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε καλύτερα την καθημερινότητα και τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και θα μας βοηθήσει να ελαφρύνουμε την πίεση που ασκείται καθημερινά στον ψυχισμό μας.

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2007

ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΥΠΝΟ - ΑΥΠΝΙΑ

Ο ύπνος καταλαμβάνει περίπου το ένα τρίτο του συνολικού χρόνου ζωής μας και αποτελεί μια πολύ σημαντική βιολογική μας λειτουργία. Βέβαια η ακριβής λειτουργική του σημασία παραμένει άγνωστη, αλλά, πιθανόν σχετίζεται με την ανάπαυση της εγκεφαλικής λειτουργίας και με την καλή λειτουργία της μνήμης και της εκμάθησης.
Η στέρηση του ύπνου προκαλεί διαταραχές της προσοχής, της απόδοσης στην εργασία αλλά και του συναισθήματος.
Συνεπώς, ο ύπνος είναι απαραίτητος για μια ομαλή διαβίωση.
Η διάρκειά του είναι ικανοποιητική όταν ξυπνάμε ξεκούραστοι και αναζωογονημένοι.
Η διάρκειά του ύπνου διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο αλλά υπολογίζεται περίπου στις 8 ώρες το εικοσιτετράωρο. Με την γήρανση συνήθως μειώνεται η διάρκειά του και πολλοί ηλικιωμένοι κοιμούνται 5-6 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι σε πολλά άτομα έχει ευεργετική επίδραση και ο μεσημεριανός ύπνος.
Για να έχουμε ένα φυσιολογικό ύπνο καλό είναι να σεβόμαστε το βιολογικό μας ρολόι, δηλαδή να προσπαθούμε να πέφτουμε για ύπνο την ίδια περίπου ώρα το βράδυ και να ξυπνάμε περίπου την ίδια ώρα το πρωί. Αυτό βέβαια, είναι ανέφικτο σε άτομα που έχουν εργασιακές υποχρεώσεις με ‘δύσκολο’ ωράριο.
Το περιβάλλον της κρεβατοκάμαρας θα πρέπει να είναι ήσυχο, σκοτεινό και με κανονική θερμοκρασία εφ’ όσον το κρύο ή η ζέστη επηρεάζουν αρνητικά τον ύπνο. Επίσης, το κρεβάτι θα πρέπει να είναι άνετο (με καλό στρώμα) και με μαξιλάρι που κρατάει οριζόντιο και χωρίς κλίση τον αυχένα.
Θα πρέπει να πέφτουμε για ύπνο όταν αισθανόμαστε την ανάγκη να κοιμηθούμε και να μην μας αγχώνει προκαταβολικά η ιδέα της αϋπνίας.
Οι διαταραχές του ύπνου πολύ συχνά οφείλονται σε ψυχολογικά προβλήματα και κυρίως σε αγχώδεις εκδηλώσεις. Είναι λοιπόν ιδιαίτερα χρήσιμη η ψυχολογική εκτίμηση και ενδεχομένως ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση. Σε πιο δύσκολες περιπτώσεις θα χρειαστεί και η συμβολή νευρολόγου ώστε να χορηγηθεί η κατάλληλη φαρμακευτική αγχολυτική αγωγή.
Φάρμακα τα οποία βοηθούν τον ύπνο χορηγούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι παρ’ όλο που νυστάζουν αδυνατούν να κοιμηθούν. Η χρήση τους θα πρέπει να παρακολουθείται από τον γιατρό και τον ψυχολόγο ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο σωματικού ή ψυχολογικού εθισμού (δηλαδή να μην μπορούμε να κοιμηθούμε αν δεν πάρουμε το φάρμακο).

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2007

ΦΟΒΙΕΣ

Ο όρος «φοβία» διαφοροποιείται από τη λέξη «φόβος».
Ο «φόβος» έχει ένα άμεσο και υπαρκτό αντικείμενο. Π.χ. όταν βλέπουμε ένα σκύλο στο δρόμο και τρέχουμε μακριά, αυτό είναι «φόβος» (φόβος για πιθανές σωματικές βλάβες).
Η «φοβία» δεν έχει ένα άμεσο και υπαρκτό αντικείμενο. Π.χ. Όταν κλείνει η πόρτα του ασανσέρ και αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε ή έχουμε άλλης μορφής σωματική δυσλειτουργία, τότε μιλάμε για «φοβία».Ο κίνδυνος σε αυτήν την περίπτωση είναι ιδεατός και είναι μέσα μας: Αυτή είναι η «φοβία».
Είναι ένας επίμονος φόβος που στον πάσχοντα μοιάζει χωρίς εξήγηση, τον γονατίζει κοινωνικά, δηλ. πολλές φορές ο πάσχων αδυνατεί να εκτελεί και τις πιο απλές κοινωνικές του υποχρεώσεις!
Ο φόβος αυτός είναι δυσανάλογος με το αντικείμενο ή την κατάσταση που τον προκαλεί.
Στις φοβίες αναγνωρίζουμε πολλές μορφές εκδήλωσης από τις οποίες οι πιο συχνές είναι οι εξής:
-Αγοραφοβία (πρόκειται για φοβία των ανοικτών χώρων και είναι πιο συχνή στον ενήλικα και στις γυναίκες). Μπορεί να εκδηλωθεί μαζί με κλειστοφοβία.
-Κοινωνική φοβία (συνήθως έφηβοι και των δύο φύλων)
-Φοβία για ζώα
-Φοβία των μέσων μαζικής μεταφοράς
-Κλειστοφοβία (κλειστών χώρων). Την συναντούμε πολύ συχνά μαζί ή και ανεξάρτητα της αγοραφοβίας.
Tα φοβικά επεισόδια μπορεί να συνοδεύονται από σωματικά συμπτώματα όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, ζαλάδες, μουδιάσματα. Η αίσθηση μίας ενδεχόμενης λιποθυμίας συχνά είναι πολύ έντονη.
Τα συμπτώματα αυτά δημιουργούν έντονες ανασφάλειες οι οποίες τροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο στον οποίο η φοβία και ο «φόβος της φοβίας» αλληλοενισχύονται.

Αιτιολογία
Στον επιστημονικό χώρο υπάρχουν διάφορες απόψεις. Ακόμη δεν υπάρχει μία και μοναδική προσέγγιση για την εξήγηση της προέλευσης των φοβιών. Υπάρχουν επιστημονικές μελέτες οι οποίες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει κληρονομικό υπόβαθρο από την στιγμή που συχνά βρίσκουμε ακόμη και το ίδιο είδος φοβίας, σε περισσότερο από ένα μέλη της ίδιας οικογένειας.
Το ψυχαναλυτικό περιβάλλον αποδίδει την αιτία σε άλυτες συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας: αυτό δημιουργεί μια εσωτερική συσσώρευση αρνητικής ενέργειας. Όταν ο ψυχικός κόσμος του πάσχοντα δεν καταφέρνει πλέον να απωθεί την σύγκρουση αυτή, τότε εκείνη μετατίθεται πάνω σε μια κατάσταση η σε ένα αντικείμενο (ανάλογα με το είδος της κατάστασης ή του αντικειμένου είναι και η μορφή της φοβίας). Σε αυτή την περίπτωση, πιο απλά, θα λέγαμε ότι η φοβία επιτρέπει στον πάσχοντα την προβολή προς τα έξω μίας εσωτερικής σύγκρουσης κάνοντας έτσι κάπως πιο υποφερτή την ψυχική οδύνη που δημιουργείται χάρη της συνεχούς ενασχόλησης με το αντικείμενο της φοβίας.

Θεραπεία
Ο πάσχων θα πρέπει να μάθει σταδιακά να αναγνωρίζει τον αληθινό φόβο που τον απασχολεί και να τον αντιμετωπίζει ανάλογα.
Καλά αποτελέσματα δίνουν η ψυχανάλυση και η ψυχοθεραπευτική προσέγγιση.
Η φαρμακευτική αγωγή (αντικαταθλιπτικά ή/ και αγχολυτικά φάρμακα), επιβάλλεται κυρίως όταν υπάρχουν, πέρα από την φοβική κατάσταση, επεισόδια κρίσεων άγχους ή πανικού.
Τα φάρμακα χορηγούνται κυρίως στις περιπτώσεις εκείνες που τα συμπτώματα κάνουν την καθημερινότητα πολύ δύσκολη. Η φαρμακολογική αγωγή επιδρά στο σύμπτωμα και όχι στην αιτία. Για αυτό το λόγο την συνδυάζουμε με την ψυχοθεραπεία.
Τα φάρμακα που χορηγούνται για τις περιπτώσεις αυτές, δεν πρέπει να δημιουργούν προβλήματα ούτε στην εγρήγορση ούτε στην κοινωνική ζωή του ατόμου.
Με βάση τα ανωτέρω ο πάσχων θα πρέπει να απευθυνθεί σε ψυχολόγο, ψυχαναλυτή, ψυχίατρο η νευρολόγο. Στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτείται συνεργασία των ανωτέρω ειδικοτήτων.

(παρόμοιο κείμενο έχω δημοσιεύσει και στο www.iatronet.gr)